Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Last post.

     Και κάπως έτσι περνά το καλοκαίρι. Οι μέρες τρέχουν σαν τρελές αλλά ποτέ τοσο γρήγορα ώστε να με λυτρωσουν.
    Περνά λοιπόν ο καιρός, μεγαλώνω. Δεν είμαι πια εκείνο το μικρό κοριτσάκι με τις μπλούζες ποκεμον (κι όμως). Δεν είμαι το "Ευακι" κανενός. Δεν είμαι πια εκείνο το ανέμελο παιδί που νοιαζόταν μόνο για το παιχνίδι.
    Είμαι η Εύα (ή ακόμα χειρότερα η Ευαγγελία). Αυτή που ανησυχεί για τα πάντα, που κάνει λάθη, που πράττει σωστά, στεναχωριεται, χαίρεται, κλαίει, γελάει, πονάει, δεν παραμένει ακλόνητη.
    Μαθαίνω.
    Έμαθα ότι οι όρκοι και οι υποσχέσεις είναι για να καταπατώνται και οι άνθρωποι που πιστεύουν πως θα τηρούνταν είναι αφελείς και ευκολοπιστοι.
    Έμαθα ότι τίποτα δεν είναι συμβόλαιο. Το μόνο αληθινό στήριγμα ήταν είναι και θα είναι οι άνθρωποι που ήταν πάντα δίπλα σου κι ας μην ήσουν εσυ πάντα κοντά τους.
   Έμαθα ότι οι λέξεις πονούν περισσότερο από τις πράξεις. Οι λέξεις χτίζουν αλλά προπάντων γκρεμίζουν γέφυρες.
   Έμαθα ακόμα ότι δύσκολα χτίζεις, εύκολα γκρεμίζεις.
   Έμαθα ότι η συγνώμη δεν επουλώνει πληγές. Απλά τις καλύπτει για λίγο μέχρι να δημιουργηθούν άλλες.
  

   Αυτή είναι η τελευταία μου ανάρτηση. Δεν υπάρχει λόγος πια να γράφω. Δεν υπάρχει κάποιος που να με εμπνέει και να με παρακινεί. Καλά να περνάτε. Ίσως κάποια στιγμή να τα πούμε σε άλλο blog. Ο κύκλος αυτού έκλεισε. 


Take care. 


Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Home Again

   Είναι Σεπτέμβριος, 2013, έχω ενηλικιωθεί. Έχω πάρει και δίπλωμα αυτοκινήτου.
   Ξέρω ποιά μέρα θα φύγεις, ξέρω ακριβώς την ώρα. Μου τα'χουν σφυρίξει οι άλλοι.
   Ρωτάω για σένα συχνά, ρωτάς κι εσύ για μένα μέσω κοινών γνωστών.
   Έχουμε χωρίσει εδω και καιρό (ίσως επειδή ξέρουμε ότι έχουμε μια στάνταρ ημερομηνία λήξης;) και είμαι σε αυτό το τεράστιο δίλημμα: Να πάω ή να μην παω;
   Ξέρω πως όλοι θα πάνε, όλοι θα έρθουν να σε δουν και να σε χαιρετίσουν, μάλλον για τελευταία φορά γιατί κανείς δεν βασίζεται στα "Θα έρχομαι Χριστούγεννα, Πάσχα, Καλοκαίρια" σου. Εγώ αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στις δύο αυτές επιλογές. Όλοι μου λένε να πάω. Εγώ ακόμα το σκέφτομαι.
   Από τη μία ξέρω πως δεν πρόκειται να τηρήσεις την υπόσχεσή σου, αυτό το "ό,τι και να γίνει εγώ πριν φύγω θα σε χαιρετήσω με ένα φιλί στα χείλη", από την άλλη ξέρω πως σου'χω λείψει έστω και λίιιγο.
   Τελευταία στιγμή. Υπολογίζω τα λεπτά που θα κάνω για να φτάσω στο αεροδρόμιο, παίρνω το αμάξι μου(;) και πατάω γκάζι.
   Φτάνω τη στιγμή που οι άλλοι είναι έτοιμοι να φύγουν. Μας αφήνουν μόνους.
   Δεν μιλάμε για λίγο. Μεγάλη αμηχανία.
   Μετά μιλάμε ταυτόχρονα.
   "Καλό ταξίδι", λέω εγώ.
   "Αντίο" λες εσύ.
   Αγκαλιαζόμαστε, μυρίζω για τελευταία φορά στη ζωή μου το άρωμά σου, κοιτάζω για τελευταία φορά στη ζωή μου μέσα στα μάτια σου κι εσύ μου χαμογελάς σαν να είναι όλα καλά.
   Για σένα μπορεί να είναι. Για αυτούς που αφήνεις πίσω σου όχι όμως.
   Πιάνεις σφιχτά την βαλίτσα σου, σφίγγεις τις γροθιές σου.
   Μου δίνεις ένα απαλό φιλί στο μέτωπο.
   Με ισωπεδώνεις.
   Μου λες πάλι αντίο. Δεν απαντάω.
   Με αγκαλιάζεις πάλι για μια τελευταία φορά. Φοράς τα γυαλιά σου και φεύγεις.
   

 Μου το ζήτησες, στο έγραψα. Έτσι όπως το έχω φανταστεί. Τουλάχιστον ξέρω πως θα είσαι σπίτι σου. Εκεί που ανήκεις. 

Το τραγούδι που ήθελα να βάλω είναι  ΑΥΤΟ απλά για κάποιον περίεργο λόγο δεν γίνεται.

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Η πτώση

Καλησπέρα.
Για να μην μακρυγορώ από την αρχή του ποστ, τις τελευταίες 3 εβδομάδες τα πάντα πάνε από το κακό στο χειρότερο. Και ξαναλέω: ΤΑ ΠΑΝΤΑ (σχεδόν).
Κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να λέει "Με τόσες ατυχίες, θα προτιμούσα να ήμουν στο νοσοκομείο, όπως τότε".
Και ήρθε καιρός να γράψω για αυτό το "τότε".
Η αλήθεια είναι πως έχω μπει αρκετές φορές στο νοσοκομείο (μετα από ένα χρονικό σημείο άρχισα να χάνω το μέτρημα).
Μία είναι όμως αυτή που πιστεύω πως με "στιγμάτισε" για πάντα. Αν το πέσιμο με το ποδήλατο θεωρείται τροχαίο, τότε ήμουν σε τροχαίο.
Και τώρα είναι εκεί που λέτε "Ελα μωρέ, το πολύ να χτύπησες στο γόνατο".
Πιστέψτε με, από το απότομο πάτημα του μπροστινού φρένου μπορείς να πάθεις πολλά.
Ο απολογισμός μου: γύρω στα 4 ράμματα στη γλώσσα, γύρω στα 5 ράμματα στα ούλα και χειρουργικός νάρθηκας για 1 μήνα, σιδεράκια για δυόμιση χρόνια, καψίματα από το σύρσιμο σε όλο το πρόσωπο και το τραγικότερο: απώλεια ενός μπροστινού δοντιού.
Δεν ξέρω τι μου κόστησε πιο πολύ. Το δόντι που έχασα, τα σιδεράκια που με καθιστούσαν για πολλά χρόνια φρικιό, η εικόνα μου στον καθρέφτη όταν κοιτάχτηκα για πρώτη φορά θυμωμένη στον καθρέφτη (παρά τις προσπάθειες όλων να μην το κάνω) ή τα έντονα βλέμματα όλων σε νοσοκομεία, ιατρεία και δρόμους;
Η απάντηση είναι πως αυτή η πτώση του σελφ εστίιμ μου κόστησε περισσότερο, παρά η φρικιαστική όψη μου στον καθρέφτη.


Έχω πετάξει όλες τις φωτογραφίες από τότε. Καμιά φορά, όμως, ψάχνω μήπως βρω καμία. Έτσι για να μου θυμίσει πως υπήρχαν,υπάρχουν και θα υπάρχουν και χειρότερα. Το λέμε καθε μέρα στον εαυτό μας, σε κάθε μικρή ή μεγάλη ατυχία. Σε κάθε απογοήτευση. Και κάθε φορά προσπαθούμε να το πιστέψουμε.
Αυτό είναι το ηθικό δίδαγμα.

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Έν Γουάι Σι

   Και που λες, η ζωή προχωράει. Διαβάζω για τις ζωές των άλλων στο Παρίσι, το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, το Ντιτρόιτ. Βλέπω φωτογραφίες τους. Αγκαλιά με το σκύλο, αγκαλιά με την μαμά, το παιδί ή το σύντροφο, φορώντας πανάκριβα ρούχα, κρατώντας το κατάλευκο iPhone τους και ποζάροντας σε κάποιο λιμάνι ή κάποια παραλία κοσμικού νησιού.
   Ακούω για τις ζωές τους.  Τα αγόρια, τους νέους έρωτες, το νέο σπίτι, τη φοιτητική ζωή.
   Εγώ; Είναι λες και κάποιος έχει πατήσει το pause σε εμένα. Δεν μπορώ να δράσω, αλλά μπορούν όλοι οι άλλοι να δράσουν πάνω μου. Στέκομαι σαν άγαλμα σε πλατεία. Κάποιος Περιμένω να με δει κάποιος τυχαίος  περαστικός (ή όχι και τόσο τυχαίος) και με ένα μαγικό άγγιγμα να με επαναφέρει.
   Τα μαθήματα με κηνυγούν, ή μάλλον η τρίτη λυκείου με κηνυγά και προκύπτουν συνεχώς ένα σωρό νέα προβλήματα. Έχω αρχίσει να νιώθω στο πετσί μου ότι πια οι άνθρωποι μεγαλώνουν. Μαζί τους και εγώ. 
   Όπως κάθε χρόνο, αυτή είναι η εποχή που θέλω να ξεφύγω εντελώς.  Να κάνω ένα ταξίδι, να διασκεδάσω, να περιπλανηθώ, να βγάλω φωτογραφίες... Να κάνω γενικά ό,τι μου έχει λείψει. Χωρίς να με κηνυγά κανείς. Ούτε τα μαθήματα, ούτε η Αθήνα, ούτε το βουνό προβλημάτων και υποχρεώσεων.
  
  Ένα πράγμα μόνο: Χριστούγεννα του 2013 (καλά να'μαστε, να'χουμε λεφτά και όλα τα συναφή) αυτό το ταξίδι θα το κάνω. Είτε μόνη μου είτε με παρέα. Και μαντέψτε που θα πάω.


<iframe width="560" height="315" src="http://www.youtube.com/embed/aqlJl1LfDP4" frameborder="0" allowfullscreen></iframe>

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Μου έχει λείψει να ξημερώνει και εγώ να ανταλάσσω μηνύματα μαζί του.
Να μη μπορώ να κοιμηθώ από την υπερένταση καθώς περιμένω να χτυπήσει το κινητό μου.
Μου έχει λείψει η μυρωδιά. Αυτή που κάποτε είχα αγκαλιά. Και παρεπιπτόντως, που πριν ένα χρόνο ΑΚΡΙΒΩΣ είχα πάνω σε μια δική μου μπλούζα και τη μύριζα σαν τρελή.
Μου έχει λείψει να μοιραζόμαστε το ίδιο κρεβάτι, έστω και για λίγες ώρες ή για λίγα λεπτά.

Μπορώ να φτιάξω μια απέραντη λίστα με όλα αυτά που μου έχουν λείψει.
Αυτή η λίστα, όμως, μπορεί να εκφραστεί με μία και μοναδική φράση: Μου έχεις λείψει.

Πόσο καιρό πρέπει να σου πάρει για να το καταλάβεις;


<iframe width="560" height="315" src="http://www.youtube.com/embed/62i9Sodwp5o" frameborder="0" allowfullscreen></iframe>

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Κρυφτό

Από μικρή το κρυφτό ήταν ένα παιχνίδι που δεν μου άρεσε και τόσο. Όταν "φύλαγα" φοβόμουν ότι καθώς θα ψάχνω κάποιον, θα με προλάβει και θα "φτύσει" πρώτος. Όταν από την άλλη ήμουν εγώ αυτή που έπρεπε να σκεφτεί και να χωθεί μέσα σε απίστευτες κρυψώνες, η καρδιά μου τρεμόπαιζε μήπως με βρουν πρώτοι και μετά φύλάω πάλι εγώ. Φαύλος κύκλος δηλαδή. Πάντα φοβόμουν και φοβάμαι το μετά. Δηλώνω, λοιπόν, φαν της ειλικρίνιας, της αλήθειας και των "φανερών καταστάσεων" ή τέλως πάντων κατακρίνω όσο μπορώ τα μυστικά και τα ψέμματα. Γίνεται, όμως, να μην αναγκαστούμε ποτέ να κρύψουμε κάτι ή να πούμε ψέμματα, έστω και "λευκά"; Γιατί πάντα όταν παίζουμε χαρτιά πρέπει να τα κρατάμε κρυφά; Τι παραμονεύει πίσω από τα χαρτιά των αντιπάλων μας; Γιατί να πρέπει να υπάρχει αυτή η "δίεση τριάντα ένα δίεση"; Γιατί να μπορεί το μυαλό και τα χείλη μας να μεταμορφώσουν την αλήθεια σε ψέμα ή απλά σε σιωπή; Γιατί να μην ρέει πάντα στις φλέβες όλων μας ο ορός της αλήθειας; Λυπάμαι πραγματικά που έπρεπε να παίζω κι εγώ κρυφτό... Να κρύβω έναν καπνό στο πορτοφόλι μου για έξι μήνες. Να φοράω μακριά παντελόνια για να κρύβω τα σημάδια και τις πληγές που δημιούργησα εγώ στον εαυτό μου. Να ντρέπομαι. Αλλά προσπάθησα και καθημερινά προσπαθώ να είμαι ειλικρινής, να βγάζω από μέσα μου αυτά που αισθάνομαι, να μην τα πνίγω και μετά να με πνίγουν αυτά. Το μόνο που θέλω και ελπίζω είναι να κάνουν το ίδιο και οι γύρω μου με εμένα. Δεν θέλω να είμαι θύμα.
Ου πάντα τοις πάσι ρητά. [δεν μπορούν να ειπωθούν όλα σε όλους-Πυθαγόρας]
Αλλά:
Τίποτα δεν μας απομονώνει τόσο όσο τα μυστικά μας.

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Κύματα

Ήταν νευρική. Έτρεμε. Άξοιξε την εξώπορτα, ανέβηκε αργά τα σκαλιά, αλλά χτύπησε την πόρτα, παρόλο που είχε κλειδιά. Δεν το ένιωθε πια σαν σπίτι της.
Ακούστηκαν νωχελικά βήματα από μέσα. Τα βαριά βηματά του.
Το μόνο σημείο στο οποίο εστίασε ήταν τα μάτια του. Τα μάτια του. Αυτά που γελούσαν όταν γελούσε, αυτά που λυπούνταν όταν έκλαιγε, αυτά που κάποτε ίσως να είχαν δακρύσει για κείνη.
"Γεια", της είπε.
"Γεια. Να περάσω;"
"Και το ρωτάς;" είπε αφήνοντάς τη να περάσει μέσα. Το σπίτι μύριζε τσιγάρο. "Θες καφέ; Νερό; Θες κάτι;"
"Τα πράγματά μου θέλω." Γιατί είμαι τόσο επιθετική, Θεέ μου;, σκέφτηκε.
Αυτός δεν απάντησε. Στηρίχθηκε μόνο σε έναν τοίχο, λες και ήταν έτοιμος να πέσει.
Κοίταξε γύρω της. Ακαταστασία. Το μάτι της έπεσε στο τραπέζι. Ήταν γεμάτο άδεια πακέτα τσιγάρα, δύο-τρία άδεια μπουκάλια μπύρας και ένα μισογεμάτο μπουκάλι βότκα.
Δεν φορούσε τα γυαλιά της, όμως. Δεν μπορούσε να δει τόσο καθαρά. Πλησίασε πιο κοντά. ήταν οι φωτογραφίες τους. Κάτι φωτογραφίες από τις διακοπές τους στη Σαντορίνη, από το λούνα παρκ, από ένα παλιό πάρτυ, ακόμα όταν ήταν μαθητές...
"Τι κάνουν αυτές εδώ;" τον ρώτησε.
Δεν απάντησε πάλι.
"Τέλος πάντων..."συνέχισε αυτή. "Πάω μέσα να πάρω ό,τι έχει μείνει"
Μπήκε στο δωμάτιο. Ακαταστασία κι εκεί. Παντού ρούχα. Το κρεβάτι τους άστρωτο. Τα σεντόνια τσαλακωμένα. Μύρισε τσιγάρο πιο έντονα εκεί μέσα.
Άνοιξε το μικρό παράθυρο. Την χτύπησε αμέσως καθαρός αέρας.
"Είσαι τρελή; Κλείστο!" είπε βήχοντας. "Είμαι άρρωστος!"
Το έκλεισε αμέσως αλλά του φώναξε: "Άρρωστος; Είσαι άρρωστος αλλά πίνεις και καπνίζεις;"
"Ναι." Έτσι της απάντησε. Ένα απλό "ναι".
Κούνησε το κεφάλι της απογοητευμένη και άρχισε να ψάχνει για τα πράγματά της. Αμέσως θυμήθηκε που κάποτε είχαν πει "Ό,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου". Βούρκωσε, αλλά κρύφτηκε πίσω από την ντουλάπα να μη τη δει. Βρήκε κάτι ρούχα της. Άχρηστα, δεν θα τα ξαναφορούσε. Ήταν μισοσκισμένα, φαρδιά και πολυφορεμένα. Τα'χε πάρει μαζί της γιατί αυτά του άρεσαν. Τα πρόχειρα, τα απλά. Βρήκε μια τσάντα και τα έβαλε μέσα.
Κάτω από ένα παλιό δικό της φόρεμα ήταν ένα πουκάμισό του. Αυτό που του είχε πάρει εκείνη. Καμιά φορά το φορούσε κι εκείνη μέσα στο σπίτι. Μόνο αυτό.
"Δικό μου είναι αυτό" τον άκουσε από πίσω της.
"Το ξέρω. Συγνώμη." είπε αφήνοντάς το πίσω στο ράφι της -μισοάδειας πια, ντουλάπας.
Είδε και κα΄τι εσώρουχά της κρυμμένα πίσω σε ένα συρτάρι αλλά δεν έκανε τον κόπο να τα πάρει. Ούτε εκείνη ήξερε γιατί.
"Λοιπόν; Πώς είναι η ζωή σου τώρα;" την ρώτησε.
"Πώς περιμένεις να είναι;" απάντησε μόνο.
Ήσουν η ζωή μου όλη, η καθημερινότητά μου, όλες μου οι σκέψεις, πώς θες να περνάω τώρα;, σκέφτηκε να του πει αλλά έσφιξε τα χείλη της μέχρι που πόνεσαν.
"Δεν ξέρω..."
Σιωπή.
Περπάτησε πίσω μέχρι το σαλόνι. Εκείνος ακολούθησε. "Αντίο" του είπε, κι έκανε να φύγει.
"Όπα, όπα. Γιατί φεύγεις;" μπήκε μπροστά και της κράτησε την πόρτα.
"Να κάτσω να κάνω τι;" ρώτησε.
Την έσπρωξε πάλι πίσω στο σαλόνι κλείνοντας την πόρτα πίσω του. "Κάτσε. Σε παρακαλώ."
Σε παρακαλώ; Στον έρωτα δεν υπάρχουν παρακαλώ κι ευχαριστώ, λένε.
Κάθισε στον καναπέ και κοίταξε πάλι της φωτογραφίες τους.
"Θα μου πεις τι γυρεύουν αυτές εδώ;" τον ρώτησε πάλι.
"Ε... να στις δώσω ήθελα." Ψέμματα.
"Και πώς ήξερες πώς θα έρθω για να μου τις δώσεις;"
"Να... έλεγα μήπως στις έφερνα σπίτι σου, κάποια φορά"
Τώρα πια δεν υπήρχε "σπίτι μας" παρά μόνο "σπίτι σου" και "σπίτι μου".
Έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από την τσάντα της. Εντόπισε το ίδιο πακέτο στο μικρό τραπέζι. Δικό του.
Άναψε ένα κι ύστερα πήρε μια φωτογραφία τους. Άδραξε τον αναπτήρα από το τραπέζι και έβαλε φωτιά σε μια της γωνία.
"Πας καλά;! Τι κάνεις; Θα αρπάξουμε καμιά φωτιά!" της πήρε την φωτογραφία και προσπάθησε να τη σβήσει φυσώντας.
Ξεστόμισε απλά ένα "συγνώμη". Ούτε συγνώμη χωράνε στον έρωτα...
"Τι συγνώμη; Τι συγνώμη; Από τότε που βγήκε το συγνώμη χάθηκε το..."
Σταμάτησε απότομα όταν είδε κάτι υγρό να κυλάει από τα μάτια της.
"Τώρα γιατί κλαις;"
Πήρε μια βαθιά ανάσα, τον κοίταξε στα μάτια και μονολόγησε: "Κοίτα αυτό το σπίτι. Κοίτα πώς είναι τώρα. Θυμάσαι που κάποτε ήταν γεμάτο φίλους; Ήταν γεμάτο φωνές, καπνούς, ποτά... Και τι ωραία που περνούσαμε! Που παίζαμε όλοι μαζί επιτραπέζια, μαγειρεύαμε, ξενυχτούσαμε... Αλλά κι όταν ήμασταν οι δυό μας, πάλι μια χαρά περνούσαμε. Ήμασταν τόσο..." έκανε μια μικρή παύση. Δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο. Τράβηξε λίγο καπνό από το τσιγάρο που έκαιγε στα δάχτυλά της και συνέχισε. Και τα δάκρυα συνέχιζαν μαζί της:
"Εκείνο το δωμάτιο, εκείνο το κρεβάτι. Θυμάσαι που ξυπνούσαμε μαζί κάθε πρωί; Λέγαμε καλημέρα, φτιάχναμε καφέ και τρώγαμε μαζί. ΜΑΖΙ. Όλα μαζί. Τώρα όλα αυτά πού είναι; Πού χάθηκαν; Με σκοτώνει να μην σε έχω. Με σκοτώνει να γυρνάω στο κρεβάτι και να μην σε βλέπω, να μην σε αγγίζω. Κάθε βράδυ σε ψάχνω στον ύπνο μου. Κάθε μα κάθε βράδυ...
Βαρέθηκα να κλαιω μπροστά σου. Το'χω κάνει πολλές φορές. Δεν θέλω να σου φορτώνομαι. Συγνώμη. Τα λέμε." σηκώθηκε και έκλεισε την πόρτα πίσω της με δύναμη.
Άνοιξε σε κλάσματα δευτερολέπτου. "ΜΗΝ. ΦΥΓΕΙΣ." Τι πιο απλό μπορούσε να της ζητήσει;
Φαίνεται τόσο μελοδραματικό. Κι όμως, δεν ήταν.
Εκείνη σταμάτησε στην εξώπορτα. Σταμάτησε κι ο χρόνος εκείνη τη στιγμή. Τι είχε να χάσει; Τι είχε να κερδίσει; Εκείνος πλησίασε και την άγγιξε όπως δε την είχε αγγίξει ποτέ. Την κοίταξε όπως δεν την είχε κοιτάξει ποτέ, βαθιά μέσα στα μάτια.
Και για πρώτη φορά βρήκε τη δύναμη, αν και άρρωστος, να την σηκώσει με τα ίδια του τα χέρια για να την πάει μέσα. Κλείδωσε την πόρτα.
Κι αυτή απλά παραδόθηκε.

Δεν ξέρω τελικά αν όλες οι ιστορίες έχουν χάπι έντ. Προσπαθώ να διαπιστώσω αν και η δική μου θα έχει. Καλό βράδυ.


Και φυσώ τον καπνό, με μια δόση θυμό, που ΠΟΤΕ μα ΠΟΤΕ δεν τελειώνω ό,τι αρχίζω.