Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Κύματα

Ήταν νευρική. Έτρεμε. Άξοιξε την εξώπορτα, ανέβηκε αργά τα σκαλιά, αλλά χτύπησε την πόρτα, παρόλο που είχε κλειδιά. Δεν το ένιωθε πια σαν σπίτι της.
Ακούστηκαν νωχελικά βήματα από μέσα. Τα βαριά βηματά του.
Το μόνο σημείο στο οποίο εστίασε ήταν τα μάτια του. Τα μάτια του. Αυτά που γελούσαν όταν γελούσε, αυτά που λυπούνταν όταν έκλαιγε, αυτά που κάποτε ίσως να είχαν δακρύσει για κείνη.
"Γεια", της είπε.
"Γεια. Να περάσω;"
"Και το ρωτάς;" είπε αφήνοντάς τη να περάσει μέσα. Το σπίτι μύριζε τσιγάρο. "Θες καφέ; Νερό; Θες κάτι;"
"Τα πράγματά μου θέλω." Γιατί είμαι τόσο επιθετική, Θεέ μου;, σκέφτηκε.
Αυτός δεν απάντησε. Στηρίχθηκε μόνο σε έναν τοίχο, λες και ήταν έτοιμος να πέσει.
Κοίταξε γύρω της. Ακαταστασία. Το μάτι της έπεσε στο τραπέζι. Ήταν γεμάτο άδεια πακέτα τσιγάρα, δύο-τρία άδεια μπουκάλια μπύρας και ένα μισογεμάτο μπουκάλι βότκα.
Δεν φορούσε τα γυαλιά της, όμως. Δεν μπορούσε να δει τόσο καθαρά. Πλησίασε πιο κοντά. ήταν οι φωτογραφίες τους. Κάτι φωτογραφίες από τις διακοπές τους στη Σαντορίνη, από το λούνα παρκ, από ένα παλιό πάρτυ, ακόμα όταν ήταν μαθητές...
"Τι κάνουν αυτές εδώ;" τον ρώτησε.
Δεν απάντησε πάλι.
"Τέλος πάντων..."συνέχισε αυτή. "Πάω μέσα να πάρω ό,τι έχει μείνει"
Μπήκε στο δωμάτιο. Ακαταστασία κι εκεί. Παντού ρούχα. Το κρεβάτι τους άστρωτο. Τα σεντόνια τσαλακωμένα. Μύρισε τσιγάρο πιο έντονα εκεί μέσα.
Άνοιξε το μικρό παράθυρο. Την χτύπησε αμέσως καθαρός αέρας.
"Είσαι τρελή; Κλείστο!" είπε βήχοντας. "Είμαι άρρωστος!"
Το έκλεισε αμέσως αλλά του φώναξε: "Άρρωστος; Είσαι άρρωστος αλλά πίνεις και καπνίζεις;"
"Ναι." Έτσι της απάντησε. Ένα απλό "ναι".
Κούνησε το κεφάλι της απογοητευμένη και άρχισε να ψάχνει για τα πράγματά της. Αμέσως θυμήθηκε που κάποτε είχαν πει "Ό,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου". Βούρκωσε, αλλά κρύφτηκε πίσω από την ντουλάπα να μη τη δει. Βρήκε κάτι ρούχα της. Άχρηστα, δεν θα τα ξαναφορούσε. Ήταν μισοσκισμένα, φαρδιά και πολυφορεμένα. Τα'χε πάρει μαζί της γιατί αυτά του άρεσαν. Τα πρόχειρα, τα απλά. Βρήκε μια τσάντα και τα έβαλε μέσα.
Κάτω από ένα παλιό δικό της φόρεμα ήταν ένα πουκάμισό του. Αυτό που του είχε πάρει εκείνη. Καμιά φορά το φορούσε κι εκείνη μέσα στο σπίτι. Μόνο αυτό.
"Δικό μου είναι αυτό" τον άκουσε από πίσω της.
"Το ξέρω. Συγνώμη." είπε αφήνοντάς το πίσω στο ράφι της -μισοάδειας πια, ντουλάπας.
Είδε και κα΄τι εσώρουχά της κρυμμένα πίσω σε ένα συρτάρι αλλά δεν έκανε τον κόπο να τα πάρει. Ούτε εκείνη ήξερε γιατί.
"Λοιπόν; Πώς είναι η ζωή σου τώρα;" την ρώτησε.
"Πώς περιμένεις να είναι;" απάντησε μόνο.
Ήσουν η ζωή μου όλη, η καθημερινότητά μου, όλες μου οι σκέψεις, πώς θες να περνάω τώρα;, σκέφτηκε να του πει αλλά έσφιξε τα χείλη της μέχρι που πόνεσαν.
"Δεν ξέρω..."
Σιωπή.
Περπάτησε πίσω μέχρι το σαλόνι. Εκείνος ακολούθησε. "Αντίο" του είπε, κι έκανε να φύγει.
"Όπα, όπα. Γιατί φεύγεις;" μπήκε μπροστά και της κράτησε την πόρτα.
"Να κάτσω να κάνω τι;" ρώτησε.
Την έσπρωξε πάλι πίσω στο σαλόνι κλείνοντας την πόρτα πίσω του. "Κάτσε. Σε παρακαλώ."
Σε παρακαλώ; Στον έρωτα δεν υπάρχουν παρακαλώ κι ευχαριστώ, λένε.
Κάθισε στον καναπέ και κοίταξε πάλι της φωτογραφίες τους.
"Θα μου πεις τι γυρεύουν αυτές εδώ;" τον ρώτησε πάλι.
"Ε... να στις δώσω ήθελα." Ψέμματα.
"Και πώς ήξερες πώς θα έρθω για να μου τις δώσεις;"
"Να... έλεγα μήπως στις έφερνα σπίτι σου, κάποια φορά"
Τώρα πια δεν υπήρχε "σπίτι μας" παρά μόνο "σπίτι σου" και "σπίτι μου".
Έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από την τσάντα της. Εντόπισε το ίδιο πακέτο στο μικρό τραπέζι. Δικό του.
Άναψε ένα κι ύστερα πήρε μια φωτογραφία τους. Άδραξε τον αναπτήρα από το τραπέζι και έβαλε φωτιά σε μια της γωνία.
"Πας καλά;! Τι κάνεις; Θα αρπάξουμε καμιά φωτιά!" της πήρε την φωτογραφία και προσπάθησε να τη σβήσει φυσώντας.
Ξεστόμισε απλά ένα "συγνώμη". Ούτε συγνώμη χωράνε στον έρωτα...
"Τι συγνώμη; Τι συγνώμη; Από τότε που βγήκε το συγνώμη χάθηκε το..."
Σταμάτησε απότομα όταν είδε κάτι υγρό να κυλάει από τα μάτια της.
"Τώρα γιατί κλαις;"
Πήρε μια βαθιά ανάσα, τον κοίταξε στα μάτια και μονολόγησε: "Κοίτα αυτό το σπίτι. Κοίτα πώς είναι τώρα. Θυμάσαι που κάποτε ήταν γεμάτο φίλους; Ήταν γεμάτο φωνές, καπνούς, ποτά... Και τι ωραία που περνούσαμε! Που παίζαμε όλοι μαζί επιτραπέζια, μαγειρεύαμε, ξενυχτούσαμε... Αλλά κι όταν ήμασταν οι δυό μας, πάλι μια χαρά περνούσαμε. Ήμασταν τόσο..." έκανε μια μικρή παύση. Δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο. Τράβηξε λίγο καπνό από το τσιγάρο που έκαιγε στα δάχτυλά της και συνέχισε. Και τα δάκρυα συνέχιζαν μαζί της:
"Εκείνο το δωμάτιο, εκείνο το κρεβάτι. Θυμάσαι που ξυπνούσαμε μαζί κάθε πρωί; Λέγαμε καλημέρα, φτιάχναμε καφέ και τρώγαμε μαζί. ΜΑΖΙ. Όλα μαζί. Τώρα όλα αυτά πού είναι; Πού χάθηκαν; Με σκοτώνει να μην σε έχω. Με σκοτώνει να γυρνάω στο κρεβάτι και να μην σε βλέπω, να μην σε αγγίζω. Κάθε βράδυ σε ψάχνω στον ύπνο μου. Κάθε μα κάθε βράδυ...
Βαρέθηκα να κλαιω μπροστά σου. Το'χω κάνει πολλές φορές. Δεν θέλω να σου φορτώνομαι. Συγνώμη. Τα λέμε." σηκώθηκε και έκλεισε την πόρτα πίσω της με δύναμη.
Άνοιξε σε κλάσματα δευτερολέπτου. "ΜΗΝ. ΦΥΓΕΙΣ." Τι πιο απλό μπορούσε να της ζητήσει;
Φαίνεται τόσο μελοδραματικό. Κι όμως, δεν ήταν.
Εκείνη σταμάτησε στην εξώπορτα. Σταμάτησε κι ο χρόνος εκείνη τη στιγμή. Τι είχε να χάσει; Τι είχε να κερδίσει; Εκείνος πλησίασε και την άγγιξε όπως δε την είχε αγγίξει ποτέ. Την κοίταξε όπως δεν την είχε κοιτάξει ποτέ, βαθιά μέσα στα μάτια.
Και για πρώτη φορά βρήκε τη δύναμη, αν και άρρωστος, να την σηκώσει με τα ίδια του τα χέρια για να την πάει μέσα. Κλείδωσε την πόρτα.
Κι αυτή απλά παραδόθηκε.

Δεν ξέρω τελικά αν όλες οι ιστορίες έχουν χάπι έντ. Προσπαθώ να διαπιστώσω αν και η δική μου θα έχει. Καλό βράδυ.


Και φυσώ τον καπνό, με μια δόση θυμό, που ΠΟΤΕ μα ΠΟΤΕ δεν τελειώνω ό,τι αρχίζω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Let me know what you think