Ο δρόμος ήταν μακρυς. Μακρύς και φωτεινός. Ήμουν μια σκιά, μια σκιά μόνη. Πορευόμουν προς το φως, το φως που θα με έπαιρνε σε μια άλλη γη, μακριά από τη ζωή που είχα σε αυτήν εδώ. Χωρίς πόνο, χωρίς στεναχώρια, χωρίς χωρισμούς και αποχωρισμούς.
Δεν ήξερα τι με είχε φέρει εδώ και ούτε που με ένοιαζε.
"Πρέπει να την επαναφέρουμε" άκουσα μια φωνή.
Ποια να επαναφέρουν; Πού να την επαναφέρουν;
Τους άκουγα. Τους άκουγα πεντακάθαρα. Δεν μπορούσα να τους απαντήσω, όμως. Δεν μπορούσα καν να κουνηθώ.
"Επανέρχεται. Επανέρχεται! Ο σφυγμός είναι σταθερός" φώναξε κάποιος.
Και μετά το σκοτάδι.
Ξύπνησα σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου με την τηλεόραση να παίζει πολύ χαμηλά και κάποιον να ανάβει τσιγάρο στο παράθυρο δίπλα μου. Με μεγάλη δυσκολία άνοιξα τα μάτια μου. Είδα σκοτάδι απ'εξω. "Μάλλον βράδυ είναι". Ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα.
Το αμέσως επόμενο ήταν το "Τι κάνω εδώ;" και μετά γιατί. Πολλά γιατί.
"Θεέ μου! Ξύπνησες!". Ήταν εκείνος.
Είχα να τον δω από τότε στο αεροδρόμιο.
"Γύρισες;"
"Γίνεται να σε άφηνα σε τέτοια κατάσταση;"
Δεν μπορούσα να μιλήσω. Είχα να τον δω τόσους μήνες. Τόσους μήνες!
"Μου έλειψες" μίλησε εκείνος, αντί για μένα.
"Δεν έχεις ιδέα..." είπα και μέσα στη ζάλη μου προσπάθησα να σηκωθώ αλλα απέτυχα.
"Σσς" ψυθίρισε και ακούμπησε τον δείκτη του πάνω στα χείλη μου."Ξεκουράσου. Δεν θα φύγω, μην ανησυχείς. Δεν σε ξαναφήνω μόνη σου. Ακούς;" Και η φωνή του έτρεμε.
"Θέλω να καπνίσω"
"Όοοχι. Δεν πρέπει." ακούστηκε σαν τη μαμά μου. Και το αμέσως επόμενο πράγμα που σκέφτηκα ήταν αυτό.
"Πού είναι όλοι; Γιατί είσαι μόνο εσύ εδώ;"
"Η μαμά σου είναι μόνο εδώ. Έχει πάει να πάρει καφέδες. Οι άλλοι θα έρθουν αργότερα."
"Καφέδες; Αργότερα; Τι ώρα είναι;"
Άνοιξε το κινητό του και κοίταξε. "Έξι παρά. Το πρωί."
Αμέσως έβαλα τα κλάματα. "Τι έπαθα;" ρώτησα και μέχρι να βγουν οι πρώτες λέξεις από το στόμα του νόμιζα πως πέρασαν ώρες.
Βούρκωσε κι εκείνος. "Δεν ξέρω ακριβώς... Να... Κάποιος..."
Άρχισε να κλαίει. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που τον έβλεπα να κλαίει.
"Στη μέση... Κοίτα εκεί, στο γοφό σου." είπε και πολύ απαλά μετακίνησε τα σεντόνια για να δω. Δεν έβλεπα τίποτα το τόσο παράξενο. Απλά πολλούς επιδέσμους. Κάποιοι από αυτούς ήταν λίγο κόκκινοι, κάποιοι κάτασπροι.
"Κόπηκα; Πότε;" ρώτησα πάλι.
"Δεν κόπηκες... Έφαγες..."
"Με μαχαίρωσαν; Ποιός;"
"Σφαίρα ρε Εύα, έφαγες σφαίρα." και μετά άρχισε να κλαίει ακόμα πιο γοερά.
Δεν μπορούσα να μιλήσω πάλι. Έμεινα ακίνητη να τον κοιτάζω κι εκείνος να δακρύζει.
Δεν ρώτησα γιατί, θυμομουν ότι είχα πάει σε μια πολύ κακόφημη περιοχή. Η τελευταία εικόνα που έχω είναι να τρέχω προς άγνωστη κατεύθυνση.
"Ξάπλωσε." με ξάπλωσε προς τα πίσω και ήρθε να κατσει σε μια πολυθρόνα δίπλα στο κρεβάτι.
"Είσαι τόσο τυχερή... Τόσο τυχερή! Δεν ξέρεις τι θα μπορούσες να είχες πάθει. Γιατί σε άφησα; Πες μου! Γιατί το έκανα αυτό σε εμάς; Γιατί σε άφησα μόνη σου στην Ελλάδα;" συνέχισε και τότε δάκρυσα πάλι.
Άρχισε να μου χαιδεύει τα μαλλιά με προσεκτικές κινήσεις για να μην με πονέσει. Έκλεισα τα μάτια μου και για πρώτη φορά μετά από πολλούς μήνες άφησα τον εαυτό μου να θυμηθεί όλα τα παλιά.
"Συγνώμη". Δεν ήταν κάτι που περίμενα να πει.
"Γιατί; Γιατί συγνώμη;" αναρωτήθηκα.
"Για όλα. Στο υπόσχομαι, όλα θα πάνε καλά. Θα βγεις, θα γίνεις καλά και θα σε πάρω μαζί μου."
"Δεν θέλω να με λυπάσαι."
Σιωπή. Κανείς δεν μιλούσε.
Είχα μια απορία, όμως. "θα γυρνούσες πίσω αν δεν γινόταν αυτό; Αλήθεια θέλω."
Έβγαλε από την τσέπη του ένα αεροπορικό εισητήριο. Έγραφε 15 Φεβρουαρίου.
"Μα εδώ γράφει... Πόσο έχουμε σήμερα;"
"Πρώτη. Πρώτη Μαρτίου." Κι άλλα γιατί μου δημιουργήθηκαν.
"Είσαι εδώ από τις 15 και ήρθες τώρα;"
"Δεν ξέρεις, Εύα. Δεν ξέρεις πόση δύναμη και πόσο θάρρος ήθελα για να έρθω να σου χτυπήσω την πόρτα."
"Μα ποτέ δεν ήρθες."
"Ήρθα χθες. Δεν άνοιγες. Δεν απαντούσες ούτε το τηλέφωνο. Είχα ακόμα τα κλειδιά, άνοιξα και το βρήκα άδειο... Είχες φύγει ήδη."
Τον κοίταξα μέσα στά μάτια.
"Σ'αγαπώ. Αλήθεια σ'αγαπώ. Μπορεί να μην το πιστέψεις, μπορεί να νομίζεις πως δεν σε σκεφτόμουν όσο έλειπα, μπορεί να με θεωρείς αναίσθητο, αλλά σ'αγαπώ."
"Κι εγώ..." ψυθίρισα και κατάπια ένα δάκρυ που ήρθε από τα μάτια μου.
Και έτσι απλά, με φίλησε.
(στη φαντασία μου, θεραπεύτηκα, φύγαμε μαζί και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα)
Παλιά φωτογραφία στην άδεια παραλία, σιωπή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Let me know what you think