Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Έμπνευση της στιγμής

Το αεροπλάνο μόλις είχε προσγειωθεί και το κεφάλι της πονούσε απίστευτα. Η ώρα ήταν γύρω στις 3 το απόγευμα, αλλά νύσταζε πολύ. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί κατά τη διάρκεια της πτήσης, λόγω του άγχους της για την καινούρια δουλειά αλλά και λόγω των αναταράξεων που υπήρχαν καθώς το αεροπλάνο πετούσε πάνω από τον Ωκεανό.
Όταν ο κόσμος άρχισε να σηκώνεται από τις θέσεις του, τον σκούντηξε απαλά και τον χάιδεψε στο πρόσωπο. Εκείνος άνοιξε αργά τα μάτια του και της χαμογέλασε.
"Σήκω, υπναρά" του είπε ,του έδωσε ένα απαλό φιλί στα χείλη και εκείνος της χαμογέλασε πάλι.
Καθώς έβγαιναν από το αεροδρόμιο του Newark, της έπιασε το χέρι.
"Όλα θα πάνε καλά." την καθησύχασε και έγειρε να την φιλήσει. Το φιλί του ήταν τόσο γλυκό και τόσο ενθαρρυντικό...
"Το ελπίζω" του απάντησε καθώς φορούσε τα γυαλιά ηλίου της. Ήταν τέλη Ιουνίου. Ο καιρός δεν ήταν πολύ ζεστός αλλά η προστασία από τον ήλιο απαραίτητη.
Ένα μικρό βαν με το όνομα της εταιρίας τους περίμενε απ'εξω.
Ο οδηγός, που στη διαδρομή μάθανε πως λεγόταν Τζάκσον, τους καλωσόρισε και τους άνοιξε την πόρτα, αφού πρώτα είχε βολέψει τις 5 βαλίτσες τους στο πίσω μέρος.
Ο δρόμος για το ξενοδοχείο τους στο Σόχο ήταν κάπως μακρύς. Όταν επιτέλους έφτασαν εκεί, ξεφύσηξε με ανακούφιση και επιδοκιμασία για την επιλογή του. Δεν την είχε αφήσει να δει σε ποιό ξενοδοχείο θα έμεναν. Τα είχε κανονίσει όλα μόνος του. Μπορούσε να διαλέξει όποιο ήθελε στην περιοχή εκείνη, εφόσον τα χρήματα δεν ήταν πρόβλημα. Η εταιρεία θα πλήρωνε μέχρι να τακτοποιούνταν σε κάποιο διαμέρισμα κοντά στα γραφεία της.
"Είναι υπέροχο" του είπε καθώς κοιτούσε με θαυμασμό την άσπρη γυάλινη πρόσοψη του ξενοδοχείου. Ήταν πανίψυλο. Είχε τουλάχιστον 20 ορόφους. Πάντα της άρεσαν τα ύψη. Ευχήθηκε το δωμάτιό τους να ήταν σε έναν από τους ψηλότερους ορόφους.
"Το ήξερα ότι θα σου αρέσει"
"Με ξέρεις καλά."

Ένας γκρουμ μετέφερε τις βαλίτσες τους στον 18ο όροφο όπου βρισκόταν το δωμάτιό τους. Ή καλύτερα η σουίτα τους. Λίγο πριν κλείσουν την πόρτα του έδωσε 5 δολάρια, ό,τι δηλαδή είχε στο πορτοφόλι του από τα χρήματα της χώρας. Προχώρησαν στο εσωτερικό και θαύμασαν την υπέροχη θέα. Όλο το Σόχο απλωνόταν μπροστά στα μάτια τους. Ουρανοξύστες. Πανύψηλοι ουρανοξύστες καθώς και κίτρινα ταξί.
Το περιβάλλον της έδινε την αίσθηση της φιλοξενίας και της ζεστασιάς, όχι όμως δαν το σπίτι της στην Ελλάδα. Έπεσε πάνω στο κρεβάτι με ανακούφιση. Εκείνος έγειρε πάνω της και της έδωσε άλλο ένα γλυκό φιλί.
"Εδώ είμαστε λοιπόν" ξεφύσηξε.
"Εδώ είμαστε. Καλωσήρθαμε ,λοιπόν, στην πόλη των ονείρων. Τσιμεντένια ζούγκλα, σωστά;" την ρώτησε αλλά δεν περίμενε απάντηση.
Εκείνη απλά του χαμογέλασε.
Έκλεισε τις κουρτίνες, άφησε τα ρούχα της σε μια μικρή στίβα στο πάτωμα και μπήκε κατευθείαν για ντουζ. Εκείνος στεκόταν πίσω από την πόρτα του μεγάλου μπάνιου και την άκουγε να τραγουδάει "I am in New York, conrete jungle where dreams are made of, there's nothing you can't do..." και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Την είχε ακολουθήσει στο όνειρό της παρατώντας τα πάντα στην Ελλάδα. Είχε πάει μαζί της. Είχε πάει γιατί την αγαπούσε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Ήθελε να την βλέπει ευτυχισμένη. Και εκείνη τη στιγμή ήταν ευτυχισμένη γιατί φορούσε το δαχτυλίδι που της είχε χαρίσει πριν λίγες ημέρες ο ίδιος, και γιατί ήταν σε μια τεράστια πόλη για να ξεκινήσει μια νέα ζωή.
Βγήκε από το μπάνιο και τον είδε να κάθεται σε μια πολυθρόνα ,δίπλα στο παράθυρο που έπιανε όλο τον τοίχο, και να χαζεύει τη μαγευτική θέα. Άκουσε τα ελαφριά βηματά της και την κοίταξε. Τράβηξε τις βαριές κουρτίνες και την πλησίασε αργά. Εκείνη φορούσε ένα κάτασπρο μπουρνούζι που είχε βρει στο μπάνιο. Τα μαλλιά της ήταν ακόμα βρεγμένα. Εκείνος ακόμα τα ρούχα που είχαν άρωμα Ελλάδας.
Την έπιασε απαλά από τον λαιμό και τη φίλησε για άλλη μια φορά. Εκείνη έλυσε τη ζώνη κι άφησε εκείνον να ρίξει το μπουρνούζι στο πάτωμα. Την πήρε αγκαλιά και την πήγε στο κρεβάτι. Κι ύστερα, αφέθηκε στα χάδια και στα φιλιά του.


Ξύπνησαν και οι δύο σχεδόν ταυτόχρονα κάπου στις 3 τα ξημερώματα. Είχαν κοιμηθεί 10 ώρες, μά ένιωθαν ακόμα κουρασμένοι. Σηκώθηκαν και χάζεψαν λίγο ακόμα την πανέμορφη θέα. Αν και 3 ώρες μετά τα μεσάνυχτα, τα φώτα ήταν πολλά στους τεράστιους ουρανοξύστες.
Μια νέα ζωή είχε ξεκινησει και για τους δύο. Εκείνη, Αφροδίτη το όνομά της, μια νέα -αλλά πολύ ταλαντούχα, αρχιτέκτονας, έτοιμη να ξεκινήσει να σχεδιάζει. Εκείνος, ο Λεωνίδας, ένας εξίσου ταλαντούχος μουσικός, γενναίος και θαρραλέος που την ακολούθησε.
Μαζί θα ζούσαν τον έρωτά τους στην πόλη που δεν κοιμάται ποτέ. Κι απ'ό,τι φαίνεται κανείς δεν θα κοιμόταν εκείνο το βράδυ...


Μ.Παρασκευή, 22.4.11

1 σχόλιο:

  1. Καλημέρα σου, αρκετά καλό, μπράβο! Ξέρεις και τα διηγήματα καλά είναι...;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Let me know what you think