Τέλη Ιουνίου. Ασφυκτική ζέστη. Οι δρόμοι γεμάτοι. Τα μαγαζιά επίσης.
Οι πόρτες άνοιξαν μόνες τους κι εγώ μπήκα στο μεγάλο κατάστημα καλλυντικών. Μου ήρθε αμέσως αυτή η μυρωδιά που από παιδί αγαπούσα. Καλλυντικά. Το πάθος (σχεδόν) κάθε γυναίκας. Από μικρή παρακαλούσα τη μαμά μου να μου βάλει λίγο γκλος, να μου απλώσει μια απαλή ροζ σκιά στα βλέφαρα, να μου βάλει λίγο ρουζ. Την θυμάμαι να βάφεται τα βράδια κι εγώ να την χαζεύω.
Παιδικά όνειρα.
Γύρω μου κοπέλες. Κοπέλες όμορφες, αλλά τόσο ψεύτικες. Η κάθε μια στον πάγκο της προσπαθώντας να πουλήσει ό,τι της έχουν διατάξει.
Πάνάκριβα καλλυντικά στο ισόγειο.
Κολόνιες επίσης.
Ήρθε πάλι η φιγούρα του στο μυαλό μου.
Τα χείλη του στον λαιμό μου.
Η μυρωδιά του στη μύτη μου.
"Τι κολόνια φοράς;" τον είχα ρωτήσει μια μέρα που περπατούσαμε μαζί.
Εντόπισα τον πάγκο με τις επώνυμες κολόνιες.
"Καλημέρα" είπα στην κοπέλα, μια λεπτωκαμωμένη ξανθιά με κατακόκκινο κραγιόν. "Εε... Ψάχνω για μια κολόνια... Αντρική"
Με κοίταξε λες και έβλεπε αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο.
"Χμμ... για δείτε αυτή" μου είπε και έτεινε το χέρι της για να μου δώσει ένα τετράγωνο μπουκάλι.
Την μύρισα. Δεν ήταν αυτή. Έμοιαζε. Μύρισα άλλη μια που μου έδωσε.
"Όχι, ούτε αυτή είναι..." κατσούφιασα.
Έψαξε πάλι στο ράφι και μου έδωσε μια σε κυλινδρικό μπουκαλάκι.
"Μήπως εννοείτε αυτή;" απάντησε.
Και τότε ,μόλις η μυρωδιά αυτή έφτασε μέσα μου με μια γενναία εισπνοή, οι αναμνήσεις πλημμύρισαν το μυαλό μου. Η καρδιά μου σκίρτισε και πάλι, όπως τη μέρα που τον ερωτεύτηκα.
Τα δάκρυα έφτασαν στα μάτια μου, αλλά δεν τα άφησα να πέσουν...
Ήταν αυτή. Η κολόνια που φορούσε. Η κολόνια που με ταξίδευε κάθε φορά που ήμουν κοντά του. Κάθε φορά που με έπαιρνε αγκαλιά. Κάθε φορά που με φιλούσε.
"Να σας την βάλω σε ένα χαρτάκι να την έχετε;" διέκοψε τον συνειρμό μου.
"Ναι! Ευχαριστώ πολύ!" είπα σχεδόν δυνατά και μια κυρία δίπλα γύρισε και με κοίταξε με απορία. "Να... Σκεφτόμουν να την πάρω δώρο στον πατέρα μου για τη γιορτή του" της είπα με χαρά. Τον Αύγουστο, σκέφτηκα. Σιγά μην την αγοράσω. Δεν θέλω άλλο να πονάω. Ουσιαστικά, όμως, προκαλούσα πόνο στον εαυτό μου.
"Πολύ καλή επιλογή" είπε. Ήταν έτοιμη να μου δώσει το μπουκαλάκι.
"Θα περάσω κάποια άλλη στιγμή. Ευχαριστώ" αποκρίθηκα, αυτή τη φορά ψυχρά.
Η ξανθούλα μου χαμογέλασε. Προσπάθησα να της το ανταποδώσω.
Εβαλα το χαρτάκι στην τσέπη μου και μόλις έφτασα σπίτι έτρεξα στο δωμάτιό μου και έκλεισα την πόρτα. Άρχισα να μυρίζω το μικρό αρωματισμένο χαρτί με μανία.
Έκλαψα. Όχι πολύ. Μην είσαι χαζή. Υποσχέθηκες στον εαυτό σου να μην ξανακλάψεις ποτέ για κείνον.
Σταμάτησα και το έβαλα κάτω από το μαξιλάρι μου. Το βράδυ οι ίδιες αναμνήσεις ήρθαν στο μυαλό μου. Όχι. Δεν πρέπει.
Δεν ξέρω τι απέγινε. Ίσως σε κάποιο καθάρισμα να μου το πέταξαν, νομίζοντας πως είναι κάτι ασήμαντο. Χάθηκε, όπως και εκείνος. Δεν με πείραξε. Δεν θέλω να ξέρω πια.
Τόσο μαγικό, κι όμως είναι πραγματικότητα. Μου θυμίζει ταινία, ασπρόμαυρη, εποχής με μια αριστοκρατική νότα. Κι όμως είναι πραγματικότητα, μια σκληρή πραγματικότητα που πόνεσε όταν τελείωσε... Είμαστε μαζί.
ΑπάντησηΔιαγραφή