Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Ήταν η πρώτη φορά που έκανε κάτι τέτοιο.
Κάθισε σε μια καφετέρια κοντά σε μια τζαμαρία που είχε θέα τους διαδρόμους και τα κινούμενα αεροπλάνα τους.
Δεν ήξερε τι περίμενε. Είχε φύγει. Δεν είχε προλάβει να τον χαιρετήσει.
Η αλήθεια ήταν πως δεν ήθελε να τον χαιρετήσει. Πάντα τα αντίο είναι δύσκολα. Όσο πιο μεγάλα, τόσο πιο σκληρά.
Τώρα ήταν μόνη. Την είχε αφήσει μόνη, να χαζεύει τον καταγάλανο ουρανό. Κι αυτός είχε φύγει, απ΄ την Ελλάδα, απ'τη ζωή της, απ'το σπίτι που έμεναν.
Απλά κάθονταν και παρατηρούσε αεροπλάνα να απογειώνονται και να προσγειώνονται.
Και μέσα σε ένα από αυτά που έφευγαν ήταν και αυτός.
Τώρα πια η ψυχή της ήταν άδεια. Δεν θα ξαναερωτευόταν ποτέ. Το είχε πάρει απόφαση.
Δεν αξίζει. Κανείς δεν θα ήταν σαν κι αυτόν.

Η καρδιά της είχε σπάσει σε χίλια κομμάτια, δεν άντεχε άλλο. Ήταν περασμένες τρεις το μεσημέρι, το αεροπλάνο του είχε φύγει σίγουρα. Γιατί καθόταν ακόμα εκεί;
Σηκώθηκε και με αργά αλλά σταθερά βήματα, βγήκε έξω στον ήλιο.
Το άσπρο φόρεμά της (αυτό που όταν το φορούσε τη γέμιζε κοπλιμέντα, αγκαλιές και φιλιά) ανέμιζε με τον αέρα.
Βρήκε το αμάξι της, έβαλε μπρος και έφυγε.


Σε ένα παράλληλο σύμπαν, θα γύριζε σπίτι της. Θα μάζευε τα πράγματά της, θα άνοιγε το κουτί με τις οικονομίες της και θα έφευγε με την επόμενη πτήση, χωρίς να πει αντίο σε κανένα, για να πάει να τον βρει. .






Και μου λες, λοιπόν, θυμήσου, μην μετάξεις τη ζωή σου στα σκυλιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Let me know what you think